Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - Τί εἶναι Θεός; (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

rastignirea.jpg
Τί εἶνε Θεός;
 
 
 
Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο; Μᾶς μίλησε γιὰ ἐκεῖνον ποὺ κατέβηκε καὶ ἀνέβηκε· κατέβηκε στὰ κατώτερα βάθη, στὸν ᾅδη, καὶ ἀνέβηκε στὰ μεγαλύτερα ὕψη, στὸν οὐρανό· μᾶς μίλησε γιὰ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί εἶνε Θεός;
 
Ὑπῆρχε, λένε, ἕνας βασιλιᾶς ποὺ τὸν βασάνιζε ἡ σκέψι «τί εἶνε Θεός;». Κάλεσε ἕνα μεγάλο σοφὸ καὶ τὸ ρώτησε· –Τί εἶνε Θεός; Ἐκεῖνος ζήτησε τρεῖς μέρες προθεσμία. Κλείστηκε κι ἄρχισε νὰ μελετᾷ. Μὰ στὶς τρεῖς μέρεςδὲν ἦταν σὲ θέσι νὰ δώσῃ ἀπάντησι. Παρουσιάστηκε στὸ βασιλιᾶ καὶ ζήτησε παράτασι ἄλλες τρεῖς μέρες. Τοῦ ἔδωσε, ἀλλὰ καὶ πάλι τίποτα. Ζήτησε πάλι καὶ πάλι παράτασι, μὰ τὸ ἴδιο. Ὥσπου ἀπελπισμένος παρουσιάζεται καὶ λέει· –Βασιλιᾶ μου, δυστυχῶς κανείς δὲνμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀπάντησι στὸ ἐρώτημά σου.Τί εἶνε Θεός; Ἀδυνατεῖ ν᾿ ἀπαντήσῃ ὁ πεπερασμένος νοῦς τοῦ ἀνθρώπου· δὲν μπορεῖ  τὸ μικρό του μυαλουδάκι νὰ συλλάβῃ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄπειρο θεότητα, τὸνἄπειρον Νοῦν. 

Ὅσο μπορεῖ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ τὸ νερὸ τοῦ ὠκεανοῦ, ἄλλο τόσο μπορεῖ καὶ τὸ μικρό μας μυαλὸ νὰ χωρέσῃ τὸν ὠκεανὸ τῆς θεότητος, τὴ θεία σοφία.Πάνω σ᾿ αὐτὸ ὑπάρχει ἕνα ἀνέκδοτο. Κάποιος, ποὺ τὸν βασάνιζε τὸ ἐρώτημα «τί εἶνε Θεός;», ἔσυρε τὰ βήματά του στὴν ἀκρογιαλιά. Βλέπει ἐκεῖ ἕνα παιδάκι νὰ κάνῃ μὲ τὰχεράκια του ἕνα μικρὸ λάκκο καὶ μὲ τὸ κουβαδάκι του νὰ φέρνῃ καὶ νὰ ῥίχνῃ μέσα νερὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα. –Τί κάνεις ἐκεῖ, παιδί μου; ρωτάει. –Νά, προσπαθῶ ν᾿ ἀδειάσω μέσα ἐδῶ τὴ θάλασσα. –Μὰ αὐτὸ εἶνε ἀνοησία. –Ἂν αὐτὸ εἶνε ἀνοησία, λέει τὸ παιδάκι, πόσο μᾶλλον ἀνοησία εἶνε νὰ νομίζῃ ὁ ἄνθρωπος πὼς μπορεῖ νὰ χωρέσῃ στὸ μικρὸ μυαλό του ὁ ὠκεανὸς τῆς θεότητος;… Τὸ παιδάκι ἦταν ἄγγελος, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦὁποίου ἐγὼ ἀναξίως φέρω τὸ ὄνομα (ὁ ἱερὸςΑὐγουστῖνος).Ὥστε λοιπὸν κανείς δὲν θὰ μπορέσῃ ν᾿ ἀπαντήσῃ στὸ ἐρώτημά μας; Ἀλλὰ τὴν ἀπάντησι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου, τὴ δίνει τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δυστυχῶς ἐμεῖς δὲν τὸ διαβάζουμε. Τί λέει τὸΕὐαγγέλιο, τί ἀπαντᾷ στὸ ἐρώτημά μας; Ἀνοῖξτε καὶ ψάξτε στὶς ἐπιστολὲς τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου· θὰ βρῆτε ἐκεῖ τὴν ἀπάντησι. Ἐκεῖ, μέσα σὲ τρεῖς λέξεις –τί μεγαλεῖο!– κλείνει ὅλο τὸ νόημα καὶ λέει· ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη , «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α΄ Ἰω. 4,8,16).
Ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη! Ἂν ῥίξουμε, ἀγαπητοίμου, μιὰ ματιὰ στὴ φύσι, στὸν ἄνθρωπο, καὶστὴν ἱστορία, θὰ δοῦμε τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ φύσις καὶ ὅλο τὸ σύμπαν κατασκευάστηκε ἀπὸ τὸ Θεό, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ  δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός» (Ἑβρ. 3,4) · τὸ σπίτι ἔχει τὸν κατασκευαστή του, καὶ ὁ κόσμος ἔχει τὸν Κτίστη του. Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο ἀπὸ ἀγάπη, τὴν ὁποία ἀκόμη πιὸ καθαρὰ  βλέπουμε ἂν  ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν ἄνθρωπο . Εἶνε τὸ ἀριστούργημα τῆς θείας δη-μιουργίας, ἕνας μικρόκοσμος, θαῦμα θαυμάτων. Ὁ Θεὸς τὸν ἔβαλε νὰ κατοικήσῃ σ᾿ αὐτὸ τὸν  πλανήτη μὲ τὰ ζῷα, τὰ πουλιά, τὴ θάλασσα καὶ τὰ ψάρια γιὰ τὴ συντήρησί του. Ὅλα μᾶς τά ᾿δωσε· καὶ προπαντὸς ἡ ἀγάπη του μᾶς ἔδωσε τρία δῶρα· τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε κάθε στιγμή, τὴ βροχούλα ποὺ ποτίζει τὰ πάντα, καὶ τὸν ἥλιο ποὺ φωτίζει, θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ. Χωρὶς αὐτὰ θὰ ἔπαυαν νὰ ζοῦν καὶ ζῷα καὶ φυτὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος. Τὴ μεγαλύτερη ὅμως ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὴ δείχνει ἡ ἱστορία . Κοιτάξτε τί ἔκανε ὁ Θεὸς χάριν τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ εἶπε τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον,ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν,ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται,ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,16) . Θυσίασε τὸ μονάκριβο Παιδί του!Πῶς νὰ σᾶς δώσω, ἀδελφοί μου, νὰ ἐννοήσετε τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Ἤθελα νά᾿χω λίγη ἀπὸ τὴν εὐγλωττία τοῦ Χρυσοστόμου.
 
Ἂν κάποιος ἀπὸ σᾶς εἶνε πατέρας κ᾿ ἔχῃ μο-νάκριβο παιδί, μπορεῖ θὰ μὲ νιώσῃ. Σὺ πατέρα μὲ τὸ μοναχοπαίδι, ποὺ τ᾿ ἀγαπᾷς τόσο ὥστε τὴ νύχτα ποὺ κοιμᾶται βάζεις τ᾿ αὐτί σουστὸ στῆθος του καὶ παρακολουθεῖς τὴν ἀναπνοή του, ἂν σοῦ ἔλεγαν, ὅτι ὁ πιὸ θανάσιμος ἐχθρὸς τῆς οἰκογενείας σας κινδυνεύει, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ σωθῇ ἂν ἀνοίξῃς τὶς φλέβες τοῦ παιδιοῦ καὶ τὸ θυσιάσῃς, σὲ ρωτῶ, πατέρα, θὰ τὸ ἔκανες; Ἔ, ἀδελφοί μου, αὐτό ἔκανε ὁ Θεός· θυσίασε τὸν Υἱό του τὸν ἀγαπητὸ γιὰ μᾶς τοὺς ἐχθρούς του ποὺ παρακούσαμε τὸ θέλημά του.
Πάνω στὰ βουνὰ ὕστερα ἀπὸ μιὰ μάχη ἕνας στρατιώτης, βαρειὰ πληγωμένος, ξεψυχοῦσε.Ἤθελε νὰ γράψῃ γιὰ τελευταία φορὰ δυὸ λέξεις στὸ πιὸ ἀγαπημένο πρόσωπο, στὴ μανούλα του. Κανείς δὲν ἦταν κοντά του νὰ τὸν βοηθήσῃ. Μελάνι δὲν εἶχε· εἶχε μόνο τὸ αἷμα του,ποὺ ἔτρεχε ἄφθονο ἀπὸ τὴν πληγή του. Πῆρε ἕνα χαρτί, βούτηξε τὸ δαχτυλάκι του στὸ αἷμα καὶ ἔγραψε· «Μανούλα, σ᾿ ἀγαπῶ». Ὅταν πέρασαν οἱ στρατιῶτες καὶ μάζεψαν τοὺς νεκρούς, βρῆκαν καὶ τὸ χαρτάκι αὐτὸ καὶ τό᾿στειλαν στὴ μάνα του. Εἶχε πολλὲς ἀποδείξεις ἡ μανούλα του ὅτι ὁ γυιός της τὴν ἀγα-πᾷ· ἀλλὰ ἡ πιὸ μεγάλη, ἡ πιὸ ἔμπρακτη ἀπόδειξι, ἦταν αὐτὸ ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια της·«Μανούλα, σ᾿ ἀγαπῶ». Κ᾿ ἐμεῖς ἔχουμε πολλὲς ἀποδείξεις ὅτι μᾶς ἀγαπᾷ ὁ Θεός· ἀλλὰ ὁθάνατος τοῦ Χριστοῦ στὸ σταυρὸ εἶνε ἡ πιὸτρανὴ ἀπ᾿ ὅλες. Ἐκεῖ ἔγραψε ὁ Θεὸς μὲ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ του· «Παιδί μου, σ᾽ ἀγαπῶ».
 
Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Θεοῦ γεννᾷ, ἀγαπητοί μου, ὑποχρεώσεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Πρέπει κ᾿ἐμεῖς νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας . Ἡ ἀγάπη εἶνε ἡ βασίλισσα ποὺ σέρνει τὸ χορὸ τῶν ἀρετῶν.
Ἂν πάρουμε μιὰ πέτρα καὶ τὴ ῥίξουμε σὲ μιὰ λίμνη, θὰ σχηματισθοῦν κύκλοι· κύκλοι μικροί, μεγαλύτεροι, ἀκόμη πιὸ μεγάλοι, ποὺ θὰ φθάνουν ὣς τὶς ὄχθες τῆς λίμνης. Ἔτσι καὶ ἡ ἀγάπη ἔχει κύκλους – κύκλους . Πρῶτος κύκλος· νὰ ἀγαπήσουμε τὴν οἰκογένειά μας, τὴ μανούλα μας. Κανείς δὲν γεννήθηκε ἀπὸ βράχο· αὐτὴ μᾶς ἔφερε στὸν κόσμο, θυσιάστηκε γιὰ μᾶς. Γι᾿ αὐτὸ μαρμαρωμένο τὸ χέρι ποὺ θὰ σηκωθῇ νὰ δείρῃ τὴ μάνα! Ν᾿ ἀγαπήσῃ ἡ σύζυγος τὸ σύζυγο, ὁ ἄντρας τὴ γυναῖκα «καθὼς  καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφ. 5,25) .
Τώρα δυστυχῶς, γιὰ ἀσήμαντη αἰτία, χωρίζουνκαὶ διαλύονται οἰκογένειες. Ἐκτὸς τῆς οἰκογενείας μας ν᾿ ἀγαπήσουμε τοὺς διδασκάλους μας· διότι ἐὰν τὸ ζῆν τὸ χρωστοῦμε στοὺς γονεῖς μας, τὸ εὖ ζῆν τὸ χρωστοῦμε στοὺς διδασκάλους μας. Πέρα ἀπὸ αὐτοὺς πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε τὸν εὐρύτερο κύκλο, τὴν πατρίδα μας, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ πατρὶς αὐτὴ εἶνε ἡ Ἑλλάς.Ἀγαπᾶτε, ἀδελφοί μου, τὴν Ἑλλάδα μας, τὴμαρτυρικὴ αὐτὴ χώρα, ποὺ ἔδωσε ἑκατόμβες θυμάτων γιὰ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά. «Μητρός τε καὶ  πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θε- οῖς καὶ παρ᾿ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι» (Ἡ γνώμη τοῦ Σωκράτους περὶ πατρίδος· Πλάτωνος Κρίτων 12) .Ἀγάπα λοιπὸν τὴν οἰκογένειά σου, τοὺς δι-δασκάλους σου, τὴν κοινωνία καὶ τὴν πατρίδα σου· ἀλλὰ ἀκόμα περισσότερο ἀγάπα τὴν Ἐκκλησία , τὸν παπᾶ μὲ τὰ τριμμένα ῥάσα,ποὺ τόσο συνετέλεσε στὴν ἐλευθερία μας. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ σχολεῖα μᾶς συγκράτησε, διαφύλαξε τοὺς θησαυροὺς τοῦ πνεύματος καὶκαλλιέργησε τὴν ἰδέα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Ἂν δὲν ἦταν οἱ παπᾶδες, κόκκινο φέσι θὰ φορούσαμε σήμερα.Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα, ἀγαπητοί μου,πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε τὸ Θεό . Δυστυχῶςστὰ χρόνια μας ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἐξέλιπε. Ποιάἡ αἰτία τῆς ἀδιαφορίας πρὸς τὸ Θεό; Ἡ ἁμαρτία. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν  ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ.24,12) . Ναί, ἀδελφοί μου, ἡ ἁμαρτία, καὶ ἰδιαιτέ-ρως ἡ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας ποὺ ἀκούγε-ται παντοῦ· μέσα στὸ σπίτι, στοὺς δρόμους,στὶς πλατεῖες, στὴν ἀγορά, καὶ στὸ στρατό.
Ἀδελφοί μου, σᾶς ὑπογράφω συμβόλαιο·ἐὰν ὁ λαὸς πάψῃ νὰ βλαστημάῃ, τίποτα δὲν ἔ-χουμε νὰ φοβηθοῦμε· ἠλεκτρικὸ σύρμα θὰ γί-νουν τὰ σύνορά μας καὶ ὅποιος τ᾿ ἀγγίζει θὰτινάζεται στὸν ἀέρα! Γράψτε το παντοῦ καὶ ἰ-δίως στὶς καρδιές σας· ἂν θέλουμε νὰ δοῦμεἡμέρες εἰρήνης, πρέπει νὰ λείψῃ ἡ βλασφημία ἀπὸ τὸν τόπο μας. Τότε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θὰ βασιλεύῃ παντοῦ καὶ θ᾿ ἀκούγεται μιὰἀπέραντη δοξολογία στὸν Κύριο· ὅν, παῖδες,ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Continue Reading…

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ἡ Ἁγία Ἑρμιόνη


 
Ἦταν μία ἀπὸ τὶς 4 κόρες τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὴ τὸ προφητικὸ χάρισμα (Πραξ. κα’ 8) καὶ ἀφοσιώθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἔργο.
Ὅταν πῆγε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Εὐτυχίδα στὴν Ἔφεσο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, βρῆκε ἀντὶ αὐτοῦ, ποὺ εἶχε ἀποβιώσει, τὸν μαθητὴ του Πετρώνιο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο διδάχτηκε καὶ στηρίχτηκε περισσότερο στὸ εὐαγγελικὸ ἔργο.
Λέγεται μάλιστα, ὅτι κάποτε ἀπὸ τὴν Ἔφεσο πέρασε ὁ Τραϊανὸς γιὰ νὰ πάει νὰ πολεμήσει τοὺς Πέρσες, καὶ ἄκουσε πολλὰ γιὰ τὸ προφητικὸ χάρισμα τῆς Ἑρμιόνης. Τὴν κάλεσε λοιπὸν γιὰ νὰ προφητεύσει γι’ αὐτόν. Ἡ Ἑρμιόνη τοῦ εἶπε ὅτι θὰ νικήσει τοὺς Πέρσες, ἀλλὰ τὴν βασιλεία τῶν Ρωμαίων θὰ καταλάβει ὁ γαμπρὸς τοῦ Ἀδριανός, ποὺ πράγματι ἔγινε. Ἐπειδὴ ἡ προφητεία ἐπαληθεύτηκε, ὁ Τραϊανὸς διέταξε καὶ βασάνισαν σκληρὰ τὴν Ἑρμιόνη. Κατόπιν τὴν παρέδωσε στοὺς δήμιους γιὰ νὰ τὴ θανατώσουν, ἀλλὰ αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἄφησαν ἐλεύθερη.
Ἔτσι ἡ Ἑρμιόνη πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὴν Ἔφεσο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχς δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παρθένος ἀκήρατος, διατελοῦσα σεμνή, τῷ Λόγῳ νενύμφευσαι, τῷ ἐκ Παρθένου Ἀγνῆς, σαρκὶ ὁμιλήσαντι· ὅθεν τὴν σοὶ δοθεῖσαν, θεοπάροχον χάριν, ἄθλοις τῆς εὐσεβείας, τοῖς ἐν πλάνῃ ἐκφαίνεις· διό σε Ἑρμιόνη, ὁ Χριστὸς ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Βλαστὸς καρποτελής, καὶ ἀμάραντον ἄνθος, Φιλίππου τοῦ κλεινοῦ, ἐν σεπτοῖς Διακόνοις, ἐδείχθης θείᾳ χάριτι, Ἑρμιόνη πανθαύμαστε· καὶ ἀθλήσασα, παρθενικῶς προσηνέχθης, τῷ δοξάσαντι, τοὺς εὐαγεῖς σου ἀγῶνας, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Κλάδος ἀνεδείχθης ἀειθαλής, Φιλίππου τοῦ θείου, Ἑρμιόνη πανευκλεής· ἔνθεν διατρέφεις, καρποῖς τῶν σῶν ἀγώνων, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.
Continue Reading…

Βίος Αγίας Ιερουσαλήμ και των τέκνων αυτής των μαρτύρων

Zoom in (real dimensions: 250 x 491)Εικόνα

Η Αγία Ιερουσαλήμ και τα τέκνα αυτής Κέγουρος, Σεκενδίνος και Σέκενδος οι Μάρτυρες εορτάζουν στις 4 Σεπτεμβρίου.
Ένδοξος καταγωγή
Η Αγία έζησε και μαρτύρησε τότε, που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος (276-282 μ.Χ.). Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από
πλούσια οικογένεια. Οι γονείς της ήσαν Χριστιανοί και την ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Την έβαλαν εις ένα Παρθενώνα. Εκεί έμαθε τα Ιερά Γράμματα και εννόησε
την ματαιότητα του κόσμου τούτου. Καίτοι ήθελε να μείνει αφιερωμένη παρθένος εις τον Θεό, εν τούτοις οι γονείς της και χωρίς να θέλει την παντρέψανε. Γέννησε τρία παιδιά τον
Σεκένδο, Σεκένδικο και Κήγορο. Τα παιδιά της η Αγία τα οδηγούσε με επιμέλεια στο δρόμο του Θεού. Αλλά και εκείνα ήσαν καλόγνωμα. Έπειτα όμως από οκτώ χρόνια, πέθανε ο
σύζυγός της και αυτή έμεινε χήρα σε νεαρή σχετικά ηλικία. Ζούσε, όπως ήθελε ο Θεός, ζωήν αγία.

Αποφασίζει να κηρύξει τον Χριστό
Μετά το θάνατο του συζύγου της, γύρισε πολλούς τόπους κηρύττοντας τον Χριστό και όπου έφτασε στη Ρώμη. Εκεί στην πρώτευουσα του Ρωμαϊκού κράτους, η αγία της ζωή, οι
κόποι της, οι νηστείες της, οι προσευχές, οι διδασκαλίες, η πραότητα, η ταπείνωσις και άλλες αρετές της, τράβηξαν πολλούς στον Χριστιανισμό. Επισκεπτόταν τους αρρώστους,
τους φυλακισμένους και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Τα παιδιά της τα συμβούλευε κάθε μέρα να μισήσουν τα φθαρτά και μάταια και γήινα και ν’ αγαπήσουν τα άφθαρτα και
αιώνια.
Την εποχή εκείνη ο Αυτοκράτωρ Αυρηλιανός γιόρταζε τα γενέθλιά του. Έκανε θυσίες γι’ αυτό διέταξε να τιμώνται και να διευκολύνονται όσοι θα δέχονταν την λατρεία του πυρός
του ήλιου. Αφ’ ετέρου να τιμωρούνται και να εξοντώνονται όσοι λάτρευαν τον Χριστό. Άναψε παντού ο διωγμός. Η Άγια τότε ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Αψηφούσε τους
κινδύνους και τους επισκεπτόταν στις φυλακές ή πήγαινε κοντά τους εις τα μαρτύρια και τους τόνωνε να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου, για την αγάπη του Χριστού. Επίσης
παρελάμβανε τα λείψανα των μαρτύρων και τα ενταφίαζε με αρώματα και πολλή ευλάβεια.
Η Άγια είχε μαζί της και μία συγγενή της, που τη λέγανε Σεβαστιανή. Αυτή ήταν εξαιρετικά όμορφη Ο βασιλιάς πληροφορήθηκε για το κάλλος της και έστειλε ανθρώπους να την
φέρουν μπροστά του. Έτσι και έγινε. Ο αυτοκράτωρ, όταν είδε το κάλλος της, εξεπλάγη. Συζήτησε αρκετή ώρα κι έμαθε από την Σεβαστιανή για την Ιερουσαλήμ, για την ευγένεια
της καταγωγής της, τις αρετές της και τα φυσικά προτερήματα της.
Έστειλε τότε ο βασιλεύς το παιδί του με στρατιώτες να συλλάβουν την Αγία και να την φέρουν μπροστά του. Στο δρόμο όμως, που πήγαιναν, εξαγριώθηκε τ’ άλογο του
Φιλοδώρου, έτσι τον έλεγαν το υιό του βασιλέως, και τον έριξε κάτω σε ένα γκρεμό. Συντρίφτηκε το ένα του πόδι και είχε σφοδρούς πόνους. Τον έφεραν επάνω σ' ένα αμάξι στον
βασιλέα. Ο βασιλεύς, λυπήθηκε πολύ. Η Σεβαστιανή είπε, ότι η Ιερουσαλήμ μπορεί με τις προσευχές της να κάμει καλά τον υιό του. Αυτό, όταν το άκουσε ο Φιλόδωρος, ο υιός
του, τον παρεκάλεσε να στείλει και να την φέρει. Πράγματι, ο βασιλεύς έστειλε ανθρώπους με δώρα για την Αγία και να την παρακαλέσουν να έλθει να προσευχηθεί, για να λάβει ο
Φιλόδωρος την υγεία του. Η Αγία δεν πήγε, αλλά έγραψε στον βασιλέα το εξής γράμμα:
-Βασιλεύ, Αυρηλιανέ, αν πιστέψεις στον Κύριον μου Ιησούν Χριστόν τον επουράνιον βασιλέα και Θεόν των απάντων, θα ιατρευθεί ο υιός σου Φιλόδωρος.
Ο βασιλεύς έλαβε το γράμμα με ευλάβεια και με πίστη, το έβαλε επάνω εις το συντριμμένο πόδι του γιου του, που πονούσε φοβερά. Αμέσως τότε ο Φιλόδωρος έγινε τελείς καλά,
όπως προηγουμένως και περπατούσε χαρούμενος. Ο βασιλεύς, η Σεβαστιανή, ο θεραπευθείς Φιλόδωρος και πολλοί μεγιστάνες πήγαν στην Ιερουσαλήμ. να την ευχαριστήσουν.
Τότε βρήκε ευκαιρία η Αγία και τους μίλησε για τον Χριστόν και πως θα σωθούν και να κερδίσουν την ευτυχία της άλλης ζωής. Πολλοί από αυτούς βαπτίσθηκαν.

Στη Βέροια
Η Αγία κατόπιν ξεκίνησε από την Ρώμη και από πόλι, σε πόλι, αφού πέρασε από τα μέρη των Αθηνών, της Βοιωτίας και της Θεσσαλίας έφθασε στη Βέροια της Μακεδονίας. Στο
δρόμο της πολλούς έκανε με την διδαχή της να πιστέψουν εις τον Χριστόν. Αλλά και στη Βέροια εξακολουθούσε να διδάσκει με θάρρος για την πίστη του Χριστού. Το 276 μ.Χ.
όμως πέθανε ο Αυρηλιανός κι έγινε αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος Πρόβος. Αυτός καίτοι φαινόταν άνθρωπος των γραμμάτων, εν τούτοις κατεδίωξε τους Χριστιανούς.
Έστειλε διαταγές στους Τοπάρχες του και σε όλα τα Κάστρα, που διοικούσαν, να εξοντώσουν όλους τους Χριστιανούς, αφού προηγουμένως τους βασανίζουν σκληρά. Πολλοί
μαρτύρησαν για την πίστη υπέρ του Χριστού.

Καταγγέλλεται στο Δούκα
Δούκας, δηλαδή ηγεμόνας της Θεσσαλονίκης, ήταν ένας, Κιντιανός ονόματι. Μερικοί κόλακες για να αρέσουν στον Δούκα, κατήγγειλαν την Αγία Ιερουσαλήμ με τα εξής λόγια:
- Είναι κάποια γυναίκα στη Βέροια, του είπαν, Χριστιανή. Την λένε Ιερουσαλήμ. Έχει τρία καλά παιδιά. Αυτή ομολογεί θαρρετά, ότι είναι Χριστιανή. Γιατρεύει και πολλούς κατά
φαντασία ασθενείς με την δύναμιν του Χριστού δήθεν, αλλά κατ' ουσίαν με μαγείες. Και έτσι τραβάει πολλούς από την θρησκεία μας στη πίστη τη δική της. Αυτήν, αν δεν διατάξεις
να εξοντωθεί υπάρχει φόβος με τις μαγείες της και μας και σένα να παραπλανήσει.
Σαν τ' άκουσε αυτό ο θηριόψυχος εκείνος άρχοντας, έγινε έξω φρένων. Και έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να πάνε στην Βέροια μαζί του. Η Αγία Ιερουσαλήμ, μόλις έμαθε
τον ερχομό του, δεν φοβήθηκε καθόλου τον θάνατον. Τουναντίον χάρηκε, διότι της δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει τον Χριστόν και να μαρτυρήσει γι’ Αυτόν. Φοβήθηκε μόνον
δια τα παιδιά της, μήπως από τις υποσχέσεις και τα δώρα του άρχοντα, ή από τα σκληρά βασανιστήρια δειλιάσουν και χάσουν τον στέφανον του μαρτυρίου. Γι’ αυτό τα
αγκάλιασε, τα ασπάσθηκε και τους είπε:
- Παιδιά μου και σπλάγχνα μου, ξέρετε με τι κόπους και πόνους και βάσανα σας έθρεψα, σας μεγάλωσα και σας δίδαξα την πίστη του Χριστού. Τώρα ακούστε με: Περιφρονήστε
τα βασανιστήρια. Μη φανείται κατώτεροι από τους τρεις παίδες, τους παλαιούς, σεις οι νέοι παίδες. Μη δειλιάσετε, ούτε να φοβηθείτε τα σπαθιά, τους αγριεμένους τυράννους και
τα άγρια θηρία. Δώστε ένα γερό μάθημα στον Τύραννο, για να μάθει ποιοι είναι οι στρατιώτες του Χριστού. Λίγο θα πονέσουμε, αιώνια θα χαρούμε. Ακουστέ με, παιδιά μου.
Αγαπήστε τον Χριστό και ντροπιάστε τον διάβολο.
Η μακαρία με αυτά τα λόγια προσπαθούσε να τονώσει και να δυναμώσει τα παιδιά της.

Εικόνα

Έψησαν τον μικρότερο στη σχάρα
Ο Κιντιανός όμως ήταν γεμάτος θυμό και λύσσα κατά των Αγίων διατάζει να τους χωρίσουν, το δε πιο μικρό παιδί, τον Κήγορον, να τον φέρουν μπροστά του. Νόμιζε ο δυστυχής,
ότι θα τον δελεάσει με τις υποσχέσεις, ή με τις φοβέρες θα τον τρομάξει και θα τον έκανε να αρνηθεί τον Χριστό και την πίστη του.
Μόλις άκουσε το ευλογημένο παιδί τις υποσχέσεις και τις φοβέρες του τυράννου του είπε:
- Εάν δεν ήσουνα ένας ασεβής, άπιστος και ειδωλολάτρης και ήσουνα ένας πιστός Χριστιανός, θα με έπειθες να σε αγαπώ και χωρίς τα δώρα αυτά. Αλλ’ επειδή συ είσαι εχθρός
του Χριστού και λατρεύεις τους δαίμονες, εγώ δε τουναντίον είμαι φίλος του Χριστού, δεν θα με καταφέρεις ποτέ να με ξεκόψεις από την πίστη μου, έστω και αν με κάμεις βασιλιά.
Αυτά τα αγαθά, η μητέρα μου τα έλεγε όνειρο και σκιά και αέρα και μάταια και χαμένα πράγματα.
Έπειτα από αυτά γύρισε προς την μητέρα του και της είπε:
- Δεν θα ξεχάσω, μητέρα ποτέ τις συμβουλές σου. Θα υπομείνω κι ένας τάφος θα μας δεχτεί. Δεν θα πάθω κανένα κακό. Ούτε θέλω να με κλάψεις. Μείνε ήσυχη. Ο δικαστής
πιστεύει, ότι θα με πλανέψει από την πίστη του Χριστού. Άδικα κοπιάζει. Ας έλθουν και άλλοι δέκα Κιντιανοί. Δεν θα μπορέσουν ποτέ να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού
μας.
- Άκουσε, Τύραννε, είπε κατόπιν, με πήρες εμένα σαν μικρότερο, αλλά δεν ξέρεις, ότι ο Θεός τους μικρότερους δυναμώνει. Εμπρός, λοιπόν, κάνε ότι βασανιστήρια σκέφθηκες.
Είμαι έτοιμος με την δύναμιν του Κυρίου μου να τα βαστάξω.
Σαν τα άκουσε αυτά ο Κιντιανός, άναψε από το θυμό του και σηκώθηκε ορθός από τον θρόνο του. Διέταξε δε ν’ ανάψουν μεγάλη φωτιά και να τον κάψουν ζωντανό. Πράγματι,
ανάψανε τη φωτιά! Έβαλαν μέσα σ' αυτή ένα σιδερένιο κρεββάτι να κοκκινίσει. Κατόπιν πέταξαν επάνω τον Κήγορον να καεί. Την ώρα δε, που ψηνόταν, τον ετόξευαν με ψιλά και
μυτερά βέλη. Όλα δε αυτά τα έκαναν για να φοβηθούν τ’ αδέλφια του. Σε λίγο το σώμα του μάρτυρος έγινε παρανάλωμα του πυρός και η Αγία του ψυχή πήγαινε στον Παράδεισο,
με την συνοδεία των Αγγέλων, για να ευφραίνεται παντοτινά κοντά στον Θεό. Από το φρικτό μαρτύριο, που υπέμεινε ο μικρότερος, πήραν πιο πολύ θάρρος οι άλλοι μεγαλύτεροι
αδελφοί του. Η Αγία μητέρα του πονούσε, βεβαίως, σαν μητέρα, αλλά χαιρόταν, διότι εξασφαλίσθηκε ο ένας της υιός για πάντα στον Παράδεισο. Τι ευλογημένη και γενναία μητέρα!

Το φρικτό μαρτύριο του Σεκένδου
Κατόπιν έφεραν και παρουσίασαν μπροστά στον τύραννο τον Σέκενδον. Αυτός πήγαινε με το κεφάλι ψηλά και με χαρούμενο το πρόσωπο, λες και πήγαινε σε γιορτή και πανηγύρι
και όχι σε εξέταση για μαρτύριο. ΟΔούκας τον φοβερίζει, κι αυτός με γενναιότητα του αποκρίνεται:
- Μη πλανάσαι, παράνομε, ότι με δαρμούς και ξίφη, με άγρια θηρία και φωτιά θα μπόρεσης να με χωρίσεις από τον Παντοδύναμο Θεό. Δεν σου έβαλε μυαλό η υπομονή του
μικρού μου αδελφού και επιχειρείς τώρα να με κάμεις να αλλαξοπιστήσω εγώ, που είμαι μεγαλύτερος; Σου τονίζω, ότι δεν θα φανώ κατώτερος από εκείνον και δεν θα σε κάμω να
χαρείς εσύ και ο πατέρας σου διάβολος. Όχι. Πάρε το απόφαση.
Ο τύραννος στα λόγια αυτά του μάρτυρος αναψοκοκκίνισε από το θυμό του και διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Πρώτα τον ξαπλώσανε κατά γης και του καρφώσανε με
μεγάλα καρφιά τα χέρια και τα πόδια. Κατόπιν άρχισαν να τον δέρνουν με σιδερένιες ράβδους. Και εν συνεχεία του περάσανε στο κεφάλι μια περικεφαλαία πυρακτωμένη και
κατακόκκινη. Έπειτα και από αυτήν την τιμωρία δεν άντεξε άλλο το σώμα του και παρέδωσε τη αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Το μαρτυρικό τέλος του Σεκένδικου
Κατόπιν διέταξε να του φέρουν εις το κριτήριο και τον τρίτον αδελφό, τον Σεκένδικο. Το παρότρυνε να θυσιάσει στους θεούς γιατί αλλιώς την περίμεναν περισσότερα βασανιστήρια
σαν μεγαλύτερος που ήταν. Τότε με παρησία ο Σεκένδικος είπε:
- Γιατί, κακονούστατε Κιντιανέ, με αναγκάζεις να θυσιάσω στους δαίμονες; Δεν είδες ποιους αδελφούς είχα; Σου το είπα και στο επαναλαμβάνω πάλι. Εγώ σε δαίμονες δεν
θυσιάζω, ξόανα και είδωλα δεν προσκυνώ, οι βασιλείς άπιστους και αντίχριστους δεν υπακούω, βάσανα και τιμωρίες δεν φοβούμαι. Αρκούν αυτά. Τίποτε άλλο δεν σου λέγω.
Ότι θέλεις κάμε. Τότε ο Τύραννος έγινε έξω φρένων και έβγαλε μια απόφαση. Διέταξε, λοιπόν, ο κακόψυχος και έφεραν άλογα άγρια. Τα έζεψαν σε ξύλο. Κατόπιν τρύπησαν τους
αστραγάλους του μάρτυρος και έδεσαν με σχοινιά τα πόδια από το ξύλο. Τα άλογα, με τον μάρτυρα πίσω, τα απέλυσαν κι εκείνα κεντούμενα από τα μηχανήματα και φοβούμενα
από τον κρότον, έφευγαν σε τόπους κακοτράχαλους. Με φρικτό μαρτύριο, ο Σεκένδικος παρέδωσε την αγία του ψυχή εις τον Θεό.

Τα βασανιστήρια της Αγίας
Την άλλη ήμερα ο άγριος τύραννος κάθισε πάλι στο Κριτήριο. Διέταξε να φέρουν μπροστά του την μητέρα των μαρτύρων, την Αγία Ιερουσαλήμ. Όταν την έφεραν, της είπε ο
ασεβέστατος με θυμό.
- Δε μου λες, βρωμογύναιο, με ποιες μαγείες έπεισες τα παιδιά σου να αρνηθούν ετούτη την ευχάριστη ζωή και να πεθάνουν για έναν Σταυρωμένο; Είσαι κακούργα και σκληρή
μάννα. Άλλες μητέρες, για τα παιδιά τους, κινδύνεψαν και την ζωή τους ακόμη. Συ όμως ενώ τα έβλεπες να πεθαίνουν με τόσες σκληρές τιμωρίες και βάσανα, δεν τα λυπήθηκες.
Τουναντίον χαιρόσουνα. Και τώρα παρουσιάστηκες μπροστά μου με πρόσωπο χαρούμενο. Λες και βρήκες ξαφνικά κανένα θησαυρό. Μα τι Μητέρα είσαι συ; Δεν ντρέπεσαι
καθόλου; Άκουσέ με τώρα καλά. Αν δεν θυσιάσεις στους μεγάλους θεούς, θα σου κάνω τέτοια βάσανα και τόσες τιμωρίες, που σε κανέναν άλλον από όσους θανάτωσα, δεν
έκαμα.
Αυτά τα άκουσε η μακαρία Ιερουσαλήμ, χωρίς να δειλιάσει καθόλου. Του αποκρίθηκε δε ταπεινά και με θάρρος τα έξης:
- Εγώ, άρχοντα μου, του είπε, τους υιούς μου δεν τους στέρησα τη παρούσα ζωή, με μαγείες και γητεύματα. Εγώ, με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος τους χάρισα αθάνατη ζωή
και παντοτινά ευτυχισμένη. Αυτή τη ζωή θα μπορούσες και συ ν’ αποκτήσεις αν έδιωχνες τον δαίμονα της απιστίας, που κατοικεί μέσα σου. Σ’ αυτήν την ατέλειωτη ευτυχισμένη
ζωή, θέλω κι εγώ να υπάγω. Επομένως μη βραδύνεις. Εμπρός προχώρησε στο έργο σου. Βασάνισε με, όσο θέλεις.
Ο Κιντιανός θύμωσε πολύ με την απόκριση της Μάρτυρος και διέταξε να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Πρώτον την κρέμασαν και άρχισαν με σιδερένια νύχια να ξύνουν τις σάρκες
της. Κατόπιν πήραν σάκους τρίχινους και της έδεσαν τις πληγωμένες σάρκες της. Το χώμα κοκκίνισε από το αίμα της, που έτρεχε. Φαινόταν τα κόκκαλά της. Πολλές γυναίκες,
που έτρεξαν εκεί, την λυπόταν κι έκλαιγαν. Κατόπιν της έκοψαν οι δήμιοι τα κεφάλι της κι έτσι επήρε τον στέφανον του μαρτυρίου και κέρδησε το παν, το μεγάλο, μοναδικό και
ασύγκριτο θησαυρό της αιώνιας ευτυχίας του Παραδείσου.
Μερικοί τότε ευσεβείς και φιλόχριστοι άνδρες πήραν το άγιο και βασανισμένο σώμα της και το έθαψαν εις τον Νότιον μέρος της Βερροίας. Αργότερα έκεί χτίστηκε Ναός έπ'
όνόματι της Αγίας Τερουσαλήμ. Έγίνοντο δε πολλά θαύματα σε όσους πήγαιναν και την παρακαλούσαν με πίστι. Ο ναός όμως αυτός κάηκε σε μια μεγάλη πυρκαίά της Βερροίας.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος ἅ'.
Τήν σπουδήν σου τή κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τήν ὁμώνυμόν σου δόξαν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Ἱερουσαλήμ ἀθληφόρε, σύν τοῖς τέκνοις Πανένδοξε.
Ὅθεν προχέεις ἰάματα καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον. Τά ἄνω ζητῶν...
Ἀσκήσει θερμή τά πάθη θανατώσασα, ἀθλήσει στερρά τυράννους καταισχύνασα, σύν τοῖς τέκνοις, ἔνδοξε. Τό ἀρχαῖον, Μάρτυς ἀντίπαλον, πτερνιστήν ἠμῶν καταβέβληκας
νεανικῶς, καί νίκης οὐρανόθεν στέφος εἴληφας.
Continue Reading…

Βίος Οσίου Ανθίμου του Ασκητή από την Κεφαλονιά του τυφλού

Zoom in (real dimensions: 517 x 740)Εικόνα

Ο Όσιος Άνθιμος ο νέος ασκητής από την Κεφαλονιά εορτάζει στις 4 Σεπτεμβρίου.
Ο νέος ασκητής, Ο όσιος Άνθιμος ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς το 1727 μ.Χ. Ήταν δηλ. σύγχρονος με τον έτερο Μεγάλο
Ισαπόστολο και εθνομάρτυρα του γένους μας, τον Άγιο Κοσμά των Αιτωλό, με τον οποίον είχε παρόμοια δράση και προσφορά!

Κατά το Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Αθανάσιος, μα σε ηλικία επτά ετών, έχασε το φως του, χτυπημένος από την αρρώστια της ευλογιάς. Το ξαναβρήκε όμως, χάρη στην Θεία
παρέμβαση αφενός, και στις ανύστακτες προσευχές της πιστής και ενάρετης μητέρας του Ατζουλέτας, καθώς και του ιδίου. Είχαν μάλιστα συμμετάσχει τότε σε σαρανταλείτουργο,
το οποίο έγινε με βασικό αίτημα την θεραπεία του μικρού Αθανασίου. Πράγματι, αφού μητέρα και γιος κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων κατά την τεσσαρακοστή Θεία
Λειτουργία, το παιδί φώναξε, «βλέπω, ο Ιερεύς φοράει κόκκινο φελόνι»!

Έξυπνος και μνήμων καθώς ήταν, παρακολούθησε τα μαθήματα της στοιχειώδους παιδείας, πιθανότατα κοντά στον πρώτο του δάσκαλο και πνευματικό Άνθιμο, τον ηγούμενο
τότε της Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων Ληξουρίου. Όταν έγινε 20 ετών, αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, Ιωάννου Κουρούκλη, ο οποίος
ήταν εμπειρότατος ναυτικός. Μαζί ταξίδεψαν σε πολλές θάλασσες, αλλά φθάνοντας κάποτε στην Κωνσταντινούπολη, ο πατέρας του Οσίου, χτυπημένος από την πανώλη,
εκοιμήθη. Το 1750 μ.Χ., ο πλοίαρχος του καραβιού στο οποίον υπηρετούσε τότε ο Αθανάσιος, εκτιμώντας το υποδειγματικό και εργατικότατο του χαρακτήρος του, του πρότεινε
να τον κάνει γαμβρό του. Ο Αθανάσιος δέχθηκε. Άλλες όμως ήταν οι βουλές του Κυρίου. Ξυπνώντας λοιπόν ο νέος το πρωί της ημέρας, κατά την οποία θα επισημοποιούταν ο
γάμος του, συνειδητοποίησε πως είχε χάσει εντελώς το φως του. «Τώρα κατάλαβα», είπε, «πως είμαι θεότυφλος». Η επωνυμία θεότυφλος, θα τον συνοδεύει πια, σε όλη του τη
ζωή!

Αντιλαμβανόμενος λοιπόν πως αυτό ήταν το θέλημα του Κυρίου, αποτάσσεται τα του κόσμου, οπότε τυφλός και άσημος, αναχωρεί για το Άγιον Όρος, όπου κείρεται μοναχός,
μετονομαζόμενος Άνθιμος, πιθανότατα στα όρια της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί ασκήθηκε θεαρέστως, αναμίχθηκε ενεργά, όπως αποδεικνύει η μετ’ έπειτα δράση του, και στο
κίνημα των Κωλυβάδων, και τελικώς, όταν εκοιμήθη ο σοφότατος γέροντάς του, απεφάσισε να βγεί στον κόσμο, να κηρύξει, και να διασώσει από την αμάθεια και των εξισλαμισμό
τους Ορθοδόξους Ρωμιούς, οι οποίοι στέναζαν τότε κάτω από τον απάνθρωπο ζυγό των Τούρκων Μουσουλμάνων.

Πρώτη ιεραποστολική περιοδεία.
Πρώτος του σταθμός ήταν το νησί της Χίου, όπου κήρυξε τον Ευαγγελικό λόγο, αλλά και ασκήθηκε σκληρά, φθάνοντας σε μεγάλα μέτρα αγώνων. Έτρωγε μόνον λίγο ψωμί την
ημέρα, ενώ έπινε νερό μόνον μετά την δύση του ηλίου. Κοιμόταν ελάχιστα, και ασκούσε συνεχώς την αδιάλειπτη ευχή του Ιησού.

Κατόπιν επισκέφθηκε την Σίφνο, και παρά τις παρακλήσεις των κατοίκων του νησιού οι οποίοι εκτίμησαν τον ενάρετο τυφλό γέροντα, έπειτα από λίγο διάστημα ασκήσεως και
κηρύγματος εκεί, αναχώρησε για την Πάρο. Καθώς το πλοίο που τον μετέφερε στο νησί, βρέθηκε στο μέσον περίπου αυτής της θαλάσσιας διαδρομής, έπεσε σε μεγάλη
θαλασσοταραχή, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να καταποντισθεί από τα κύματα και τον αέρα. Κατόπιν λοιπόν πολλών και επιμόνων εκλύσεων των συνεπιβατών του μα και ενός
εκ των Σιφνιών ιερέων που τον συνόδευαν, ο Όσιος Άνθιμος προσευχήθηκε με δάκρυα στην Παναγία, την οποίαν ιδιαιτέρως ευλαβείτο, και η θαλασσοταραχή σταμάτησε!
Παρακάλεσε μάλιστα τους παρισταμένους να μην διαδώσουν το θαύμα, μα εκείνοι, μόλις έφθασαν στην Πάρο, το διαφήμισαν παντού. Τόσο αυτό, όσο και η οσιακή ζωή του,
διέδωσαν την φήμη του και στα γειτονικά νησιά.

Έτσι ο επίσκοπος Παροναξίας, τον προσκάλεσε να κηρύξει και στην Νάξο, όπου, υπακούοντας, μετέβη. Μεταξύ δε των Ναξίων που τότε άκουσαν τα ζήδορα λόγια του, ήταν και
ο νεαρός τότε Νικόλαος Καλιβούρσης, ο μετ’ έπειτα Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ακολούθως μετέβη στην Ίο, και έπειτα από λίγο, βρέθηκε προσκυνητής στους Αγίους Τόπους,
όπου με θερμά δάκρυα στα άφωτα μάτια του, προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και τον Ζωοπάροχο Γολγοθά, ενώ απ’ τα εκεί περιώνυμα Μοναστήρια άντλησε μεγάλη παρηγοριά
και δύναμη για την επόμενη εργώδη προσπάθειά του. Έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη του ιεραποστολική περιοδεία.

Εικόνα

Δευτέρα ιεραποστολική περιοδεία.
Επιστρέφοντας πιθανότατα από τους Αγίους τόπους (1759 μ.Χ.), κατευθύνθηκε στο Καστελόριζο, όπου είχε τον πόθο να ιδρύσει το πρώτο του μοναστήρι. Το νησί όμως,
μαστιζόταν τότε από φοβερή λειψυδρία. Ο Όσιος προσευχήθηκε, και οι καταρράκτες του ουρανού άνοιξαν, αφήνοντας εξτατικούς όλους τους κατοίκους της Μεγίστης -
Καστελορίζου. Οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι δε, εις ένδειξιν ευχαριστίας προς τον Θεό και το εκλεκτό Του σκεύος εκλογής, συνέβαλαν αποφασιστικά στο κτίσιμο του Ιερού Ναού
του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος έγινε στο ψηλότερο βουνό του νησιού. Με κέντρο αυτόν ακριβώς τον ναό, οικοδομήθηκαν ακολούθως, τα κελιά, το ηγουμενείο, οι λοιποί βοηθητικοί
χώροι της μονής, και το ψηλό περιτείχισμα του μοναστηριού. Το 1761 μ.Χ. μάλιστα, με σιγίλιο του οικουμενικού Πατριάρχου Ιωανικίου του τρίτου, η μονή ανακηρύχθηκε
Σταυροπηγιακή.

Από το Καστελόριζο, και με την ευχή του αρχιεπισκόπου Σίφνου Νικοδήμου, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, κατευθύνθηκε στην Αστυπάλαια, όπου διέμεινε επί εννέα έτη. «Το
ασκητικό του πρόσωπο που φανέρωνε την ενάρετη ζωή του, και ακτινοβολούσε την ευσέβεια του ανδρός», μαγνήτισαν τους νησιώτες! Γι’ αυτό οι ευλαβείς Αστυπαλιώτες τον
ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, (ρουφώντας) τα γεμάτα (νέκταρ) λόγια του, όπως σημειώνει ο νέος βιογράφος του Οσίου, Κωνσταντίνος Κανέλλος.

Στο ήσυχο λοιπόν νησί της Δωδεκανήσου, ο Άγιος κατόπιν θείας Αποκαλύψεως, απεφάσισε το κτίσιμο της Ιεράς Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Πορταϊτησας. Οι κάτοικοι
χάρηκαν με αυτή του την απόφαση, μα του διευκρίνισαν πως δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα οικοδομικά υλικά. Ο Όσιος γέρων δεν αποθαρίνθηκε. Ειδοποίησε έναν ευλαβή
χριστιανό, μέλλος της οικογένειας Χουσουλίνη, να παραχωρήσει τα κτήματά του που ήταν κοντά στο χωριό, γιατί εκεί θα βρισκόταν τα απαιτούμενα υλικά. Ο άνθρωπος δέχθηκε
ευχαρίστως, αν και ήξερε πως στα κτήματά του δεν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοια υλικά. Λαμβάνοντας την άδεια ο Άγιος, υπέδειξε στους εργάτες να σκάψουν σε συγκεκριμένο σημείο,
όπου και βρήκαν άφθονα οικοδομικά υλικά, κατάλοιπα παλαιού οικισμού! Κατά την ανασκαφή μάλιστα, μαζί με τις πέτρες, ανασύρθηκε και ένα πιθάρι γεμάτο χρυσσά νομίσματα.
Ο Θεοφώτιστος Άνθιμος παρότρυνε τους εργάτες να μην ανακοινώσουν το γεγονός, μήπως και οι άπληστοι Μουσουλμάνοι παρέμβουν, και ματαιώσουν την ανέγερση της Ιεράς
Μονής. Προσευχήθηκε στην συνέχεια, και τα χρυσσά νομίσματα μεταβλήθηκαν σε έναν σωρό κάρβουνα, αποκαλύπτοντας εντελώς το πανούργο και θεομάχο σχέδιο του
Διαβόλου. Η Μονή της Πορταίτησας θεμελιώθηκε, και το 1760 μ.Χ. άρχισε η συστηματική ανέγερσή της. Στην συνέχεια ο πατήρ Άνθιμος περιήλθε διάφορα μέρη του ορθοδόξου
Ελληνισμού, πιθανώς και τους Αγίους τόπους για δεύτερη φορά, για να συλλέξει χρήματα, άμφια καθώς και ιερά σκεύη, ώστε να στολίσει το μοναστήρι του.

Τότε, μετέβη και στην Ιερά Μονή των Ιβύρων του Αγίου Όρους, όπου ζήτησε από γνωστό του μοναχό, αγιογράφο, να ιστορίσει ένα αντίγραφο της θαυματουργού εικόνος της
Πορταϊτησσας. Εκείνος όμως αρνήθηκε, αφού και η όραση του, μα και τα χέρια του είχαν εξασθενήσει, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Επειδή όμως ο Όσιος Άνθιμος
επέμενε, υπεχώρησε, και αφού και οι δύο προσευχήθηκαν θερμά στην Θεοτόκο, ώστε να συνεργήσει και αυτή στο εγχείρημα, έθεσαν μία κατάλληλη σανίδα κάτω από την
θαυματουργό εικόνα της Πορταίτησας, αγρύπνησαν προσευχόμενοι, και το πρωί μετά την Θεία Λειτουργία, όλοι οι μοναχοί μετέβησαν στο παρεκκλήσιο της Πορταιτήσης.
Ανασύροντας την σανίδα, είδαν, έκπληκτοι, αποτυπωμένη την μορφή της Θεομήτορος στην Σανίδα! Ένδακρυς ο πατήρ Άνθιμος καταφιλούσε την θαυματοποίητη νέα εικόνα της
Παναγίας μας, έστω κιαν δεν την έβλεπε με τους αισθητούς οφθαλμούς του. Η μεταφορά δε της νέας θαυματουργού εικόνος της Παναγίας μας στην μονή της στην Αστυπάλαια,
ήταν για το νησί, Πάσχα Κυρίου!

Τα θαυμάσια που επιτέλεσε ο Όσιος Άνθιμος με την συνέργεια της Θείας Δυνάμεως, δεν σταματούν όμως εδώ. Στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού, εκεί που και σήμερα ακόμη
οι Αστυπαλιώτες αποκαλούν το σημείο δρακοσπιλιά, φώλιαζε τότε ένα τρομερό φίδι, το οποίο φόβιζε τους κατοίκους με την ύπαρξή του, ώστε η γύρω περιοχή να παραμένει
ακατοίκητη και ακαληέργητη. Ο Άγιος παρότρυνε τους ντόπιους να καλλιεργήσουν το μέρος, μα εκείνοι δίσταζαν. Τότε ο γέροντας, συνοδεία μερικών πιστών, έφθασε σε ένα
ύψωμα, απέναντι από το σπήλαιο του φιδιού. Ζήτησε από τους συνοδούς του να φτιάξουν μια θιμονιά από ξύλα, και να τον αφήσουν για λίγο μόνο του. Ενώ λοιπόν αυτός
προσευχόταν, το τεράστιο ερπετό βγήκε από το σπήλαιό του και κατευθύνθηκε προς το σωρό των ξύλων. Κουλουριάστηκε πάνω τους, και εκείνα υπεχώρησαν από το βάρος
του! Ο Όσιος υπέδειξε τότε στους νησιώτες να βάλουν φωτιά στα ξύλα, και το ζώο κάηκε εκεί, χωρίς καμία αντίσταση! Έτσι απαλλάχθηκε ο τόπος από την πολυετή εκείνη
διαβολική μάστιγα. Ο Άγιος Άνθιμος αποτελεί έκτοτε τον διώκτη και το φόβητρο των φιδιών. Λέγεται δε, πως στο σημείο όπου κάηκε το τέρας εκείνο, δεν φυτρώνουν χόρτα ακόμη
και σήμερα!

Ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε δυστυχώς τα έργα του Κυρίου δια του πιστού Του δούλου Ανθίμου. «Έπεισε» κάποιους αστυπαλιώτες να συκοφαντήσουν τον Άγιο, για αθέμιτες
σχέσεις με μοναχές της Ιεράς Μονής της Πορταϊτήσσης του νησιού. Στην δημόσια δίκη που ακολούθησε, αποκαλύφθηκε η σκευωρία, και οι ντόπιοι θαύμασαν για μία ακόμη φορά
την αγιότητα του τυφλού Ιεραποστόλου. Εκείνος όμως κατόπιν προσευχής, απεφάσισε να φύγει από το προσφιλές του νησί, και να κατευθυνθεί προς την γενέτειρα του
Κεφαλλονιά, χάριν ησυχίας.

Εικόνα

Τρίτη Ιεραποστολική περιοδεία.
Στα τέλη του 1768 μ.Χ. φθάνει στο Ληξούρι, όπου τον υποδέχονται με σεβασμό και ενθουσιασμό. Κατευθύνεται στην Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, (όπου σύμφωνα
με κάποιους βιογράφους του πιθανόν και να εκάρη ως μοναχός), την οποία και βρίσκουν ερειπωμένη, μετά από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1766 μ.Χ και 1767 μ.Χ. Με
την άδεια του οικείου επισκόπου Σωφρονίου, ο Όσιος αναλαμβάνει την εκ βάθρων ανακαίνιση της μονής. Οι 7 μοναχές που συνόδευσαν τον γέροντα από τα Δωδεκάνησα,
απαρτίζουν τον πυρήνα της πρώτης αδελφότητος της μονής. Σύντομα όμως ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί! Όλοι οι ευσεβείς κάτοικοι της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου, την
οποία φαίνεται πως ο Άγιος επισκεπτόταν συχνά, συμβάλουν στην ανοικοδόμηση. Ο πατήρ Άνθιμος παραδίδει μάλιστα στην νεοσύστατη μονή, και Μοναχικό κανονισμό, γνωστό
και ως Διαθήκη του Αγίου Ανθίμου. Η ζωή του και εδώ παρέμεινε ασκητική. Ολιγοφαγία, χαμευνία, και αγρυπνία στόλιζαν τον βίο του.

Σύμφωνα με την παράδοση, το 1777 μ.Χ., ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αφού κήρυξε σε αρκετά χωριά της Κεφαλλονιάς, επισκέφθηκε και την Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής,
όπου γνώρισε τον Όσιο Άνθιμο, για τον οποίον είχε ακούσει πάμπολα ως τότε!

Με επίκεντρο την Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, επισκέφθηκε τα Κύθηρα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Σίφνο,
ευαγγελιζόμενος τον υπόδουλο ορθόδοξο λαό, και θαυματουργώντας κατά περίπτωση. Στα Σφακιά επί παραδείγματι (1770 μ.Χ.), τρεις μάγοι αποπειράθηκαν να τον
δολοφονήσουν, ενώ αυτός κήρυττε στα πλήθη. Όταν όμως προσπάθησαν να θέσουν σε ενέργεια το πανούργο σχέδιό τους, διαπίστωσαν έντρομοι πως ενώ ο Όσιος μιλούσε,
από το στόμα του έβγαιναν φλόγες! Έτσι παραιτήθηκαν του σχεδίου τους. Εκεί ήταν επίσης που ο γέροντας θεράπευσε μία τυφλή γυναίκα, έφερε με την προσευχή του βροχή
σε άνυδρα χρόνια, και άλλοτε, συνόδευσε με σεισμό το θείο κήρυγμά του!

Το 1773 μ.Χ. φρόντισε να ιδρυθεί ένα νέο μοναστήρι, των γενεθλίων του τιμίου Προδρόμου, στα Κύθηρα, όπου έφθασε παρακινημένος από θεία φώτιση. Τα χρήματα μάλιστα για
το κτίσιμο του καθολικού της μονής, τα πρόσφερε ένας ευλαβής καπετάνιος, αφού θαυματουργικά σώθηκε από την τρυκιμία, στις βορειοανατολικές ακτές του νησιού.

Το 1775 μ.Χ., Ιουλίου 10, ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε την γυναικεία μονή της Παναγίας της Χρυσσοπηγής στην Σίκινο. Ήταν το έκτο και τελευταίο μοναστήρι που ανήγειρε ή
ανεκαίνησε ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, χωρίς ποτέ να τα έχει δει με τα σωματικά του μάτια!

Πηγαίνοντας κάποτε στην Μάνη, προσκεκλημένος από τους εκεί κατοίκους, αφού θαυματουργικά μετέστρεψε τον ληστρικό βίο χωρικών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, έλαβε
Θεία πληροφορία πως επίκειται η από του κόσμου τούτου αναχώρησης του. Διέταξε τους ναυτικούς να επιστρέψουν στα Λέπεδα, γιατί εκεί επρόκειτο να «αποθάνει». Πράγματι.
Λίγο μετά, ασθένησε από ίκτερο, έδωσε την ευχή του στους Κεφαλλήνες που τον επισκέφθηκαν, άφησε τις τελευταίες παρακαταθήκες του στην θλημένη αδελφότητα της μονής,
και στις 4 Σεπτεμβρίου του 1782 μ.Χ., παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα Χέρια Του Δεσπότου Χριστού, τον οποίον ευαρέστησε με την Οσιακή του πολιτεία!

Το 1800 μ.Χ. ο εφημέριος της Ιεράς Μονής Λεπέδων, πατήρ Ιωάννης ο Λεπεδιώτης, πραγματοποίησε την ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, τα οποία ευρέθησαν
Κροκοβαφή και ευωδιάζοντα. Πλήθη θαυμάτων επετελέσθηκαν τότε από τον Όσιο Άνθιμο. Σήμερα, από τα Ιερά του λείψανα, σώζεται μόνον ο δεξιός πήχης του Οσίου, ο οποίος
φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Πορταϊτήσσης στην Αστυπάλαια, της οποίας είναι και ο πολιούχος και προστάτης.

Η παρουσία ενός Αγίου στον αμαρτωλό μας κόσμο, είναι ασφαλώς Θείο δώρο και ευλογία. Ο Όσιος Άνθιμος, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου κατά τον Κ. Κανέλλο, απετέλεσε
για το σκλαβωμένο γένος μας κατά τον 18ο αιώνα μ.Χ., βάλσαμο παρηγοριάς, εγερτήριο σάλπισμα εκκλησιαστικής και εθνικής ζωής, φάρος Αγιασμού σε ζοφώδη χρόνια, και
διηνεκής πρεσβευτής μας προς Κύριον, άχρι τερμάτων αιώνος.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διεκύρηξε την αγιότητά του, στις 30 Ιουλίου του 1974 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε
Τῆς Πάλλῃς τὸ βλάστημα, Κεφαλληνίας πυρσόν, τὸν θεῖον δομήτορα τῆς τῶν Λεπέδων Μονῆς, φαιδρῶς εὐφημήσωμεν,
Ἄνθιμον τὸν ἀσκήσει τὸν ἐχθρὸν καθελόντα, χάριν δὲ ἰαμάτων ἐκ Κυρίου λαβόντα, πρεσβεύοντα ἐκτενῶς ἠμᾶς διασώζεσθαι.
Continue Reading…

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόγραμμα Εκπομπών Διαδικτυακού Ραδιοφώνου Ορθόδοξος Λόγος για την Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

8:30 Μετάδοση Θείας Λειτουργίας στην Αραβική και Ελληνική Γλώσσα από την Μητροπολιτική Χορωδία του Όρους Λιβάνου (Mount Lebanon Choir)
9:45 Ομιλία Μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης Γέροντος Αυγουστίνου για την εορτή της Αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου
10:10 Ιερός Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ
11:10 Ομιλία Μακαριστού Πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου για την Θεία Λειτουργία (Μέρος Πρώτο)
12:10 Ύμνοι και Θεία Λειτουργία από την Χορωδία των Βατοπαιδινών Πατέρων
 
13:15 Ομιλία Μακαριστού Πατρός Αντωνίου Αλεβιζοπούλου για την Σύναξη της Εκκλησίας
14:15 Θεία Λειτουργία από τον Ιερό Ναό του Σωτήρος Χριστού στο Johnstown της Πενσυλβανίας, των ΗΠΑ στην Αγγλική Γλώσσα, με κήρυγμα για την Εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. (American Carpatho-Russian Diocese of the USA, Christ the Saviour Orthodox Cathedral. Sermon on the Holy Transfiguration at 15:35)
16:05 Ύμνοι από την Χορωδία της Γυναικείας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Ορμυλίας Χαλκιδικής
16:50 Εσπερινός και Μικρός Παρακλητικός Κανών
18:50 Ομιλία Μακαριστού Πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου για την Θεία Λειτουργία (Μέρος Δεύτερο)
19:47 Παρακλητικός Κανών της Παναγίας της Ελαιοβρύτισσας
20:37 Ακολουθία Μικρού Αποδείπνου από την Ιερά Μονή Μαχαιρά 
 
Continue Reading…

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ὁ Ἅγιος Μάμας

Στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ κάθε ἡλικία ἔχει νὰ ἐπιδείξει τοὺς ἀντιπροσώπους της.
Γιατί κάθε ἡλικία ἔχει προσφέρει σ’ Αὐτὸν ὅτι διαλεχτὸ καὶ ὑπέροχο ἔχει νὰ παρουσιάσει. Κι ἡ ἐφηβικὴ ἡλικία, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει νὰ προβάλει τοὺς δικούς της.
Ὁ Ἅγιος Μάμας εἶναι ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Διαλεχτὸς στοὺς διαλεχτοὺς καὶ ὡραῖος στοὺς ὡραίους ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀγαπητὲς καὶ ἡρωικὲς μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων.

Οἱ γονεῖς του Θεόδοτος καὶ Ρουφίνα ζοῦσαν στὴ Γάγγρα τῆς Παφλαγονίας καὶ ἦσαν χριστιανοὶ μὲ μεγάλη κοινωνικὴ θέση.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ αὐτοκράτορας Αὐρηλιανὸς κίνησε σκληρὸ διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς (270 – 275 μ.Χ.).
Μεταξὺ τῶν πρώτων συνελήφθη ὁ Θεόδοτος καὶ ἀφοῦ ἀνακρίθηκε καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστό, ρίχτηκε στὶς φυλακὲς τῆς Καισαρείας.
Ἡ σύζυγός του, ἡ ἐνάρετη Ρουφίνα, σὰν ἔμαθε τὴν φυλάκιση τοῦ συντρόφου της, ἂν καὶ ἦταν ἑτοιμόγεννη, ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει. Ἐκεῖ μὲ παρρησία ὁμολόγησε καὶ αὐτὴ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φλόγιζε τὴν καρδιά της, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κλεισθεῖ στὴ φυλακή.

Δυὸ ἀδελφὲς ψυχές, εὐγενικὲς καὶ ἀγαπημένες, ἑνωμένες στὴν χαρὰ καὶ στὸν πόνο. Μιὰ νύχτα ἡ Ρουφίνα ἐκεῖ στὴ σκοτεινὴ καὶ ὑγρὴ φυλακή, ἔφερε στὸν κόσμο τὸ παιδάκι της. Ἡ καρδιά της σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἀλλὰ μόνο γιὰ μία στιγμή. Ὅταν πῆρε τὸ παιδάκι της νὰ τὸ δείξει στὸν σύζυγό της, τὸν καλὸ Θεόδοτο, τὸν βρῆκε νεκρό. Τὰ μαρτύρια τὰ πολλὰ ποὺ δοκίμασε γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁδήγησαν πρόωρα στὸν θάνατο. Ἡ πονεμένη μάνα μὲ συντριβὴ ψυχῆς ἔβαλε τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του καὶ ἔκαμε μὲ δάκρυα τὴν προσευχή της. Ὕστερα ἔγειρε δίπλα του γιὰ νὰ μὴ σηκωθεῖ ποτές. Τὴν ἴδια νύχτα παρέδωσε καὶ αὐτὴ τὸ πνεῦμα. Ἡ ψυχὴ της πέταξε κοντὰ στὸν Χριστό, ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν καρδιά της. Τὰ βάσανα καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς φυλακῆς τὴν ὁδήγησαν τόσο γρήγορα στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν μάρτυρα σύζυγό της.

Καὶ τὸ παιδί της; Ὀρφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τί ἄραγε θὰ γίνει; Τὴν ἀπάντηση δίνει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! «Ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται». Τὸ ὀρφανὸ καὶ τὴν χήρα τὰ παίρνει ὑπὸ τὴν προστασία του ὁ Θεός. Καὶ νά!

Μιὰ εὐσεβὴς γυναῖκα, ἡ Ἀμμία Ματρώνα ὁδηγημένη ἀπὸ ἕναν Ἄγγελο πηγαίνει στὴν φυλακή. Παίρνει τὰ λείψανα τῶν μαρτύρων γονιῶν καὶ τὰ ἐνταφιάζει μὲ σεβασμό. Ὕστερα παίρνει στὸ σπίτι καὶ τὸ παιδὶ καὶ ἀναλαμβάνει μὲ προθυμία καὶ στοργὴ τὴν ἀνατροφή του. Ἀπὸ τὰ πρῶτα ψελλίσματά του «μαμὰ – μαμὰ» τοῦ ἔδωκε τὸ ὄνομα Μάμας. Κοντὰ στὴν καινούργια μανούλα του τὸ παιδὶ μεγάλωσε μὲ τῆς πίστης τὸ ἅγιο «καὶ ἄφθαρτο μάννα». Καὶ τὸ τίμησε. Ὄχι μόνο ὁ ἴδιος ἀπὸ παιδὶ ἀγωνιζόταν νὰ ζεῖ τὴ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ φρόντιζε τὰ ὅσα μάνθανε, νὰ τὰ διδάσκει καὶ στὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του. Ὑπεράξιο παιδὶ ἀξίων γονιῶν, μὰ καὶ ὑπέροχης θετῆς μητέρας του.

Ἡ διαγωγὴ αὐτὴ καὶ ὁ ζῆλος τοῦ μικροῦ ἱεραποστόλου δὲν ἄργησαν νὰ γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοὶ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν σκληρὸ ἡγεμόνα Δημόκριτο. Ἐκεῖνος, σὰν εἶδε τὸ παιδί, προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ καὶ ἀπειλὲς ἀργότερα νὰ τὸν μεταπείσει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τὴν πίστη του. Μὰ δὲν μπόρεσε. Ὅλες του οἱ προσπάθειες πῆγαν χαμένες. Τότε ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Τὸ ξύλο, τὸ πλήγωμα τοῦ κορμιοῦ μὲ σιδερένια νύχια, τὸ κάψιμο τῶν πληγῶν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τέλος τὸ ρίξιμο στὴ θάλασσα μὲ μία σιδερένια σφαῖρα δεμένη στὸν λαιμό.
Τὸ ἀποτέλεσμα;

Μηδέν!
Οἱ βάρβαρες πράξεις τοῦ χριστομάχου πῆγαν ἄδικα. Ἡ σφαῖρα κόπηκε καὶ τὸ παιδὶ μὲ τὴν βοήθεια ἐνὸς Ἀγγέλου βγῆκε στὴ στεριὰ καὶ ἀνέβηκε σὲ ἕνα βουνὸ τῆς Καισαρείας. «Ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει». Στὸ μέρος αὐτὸ ὁ πιστὸς καὶ ἡρωικὸς Μάμας ἔζησε μέχρι τὰ δεκαπέντε του χρόνια μὲ συντροφιὰ τὰ λιοντάρια καὶ τὰ ἄλλα ἄγρια ζῷα. Τὰ ἐξημέρωσε καὶ τὰ ἐβοσκοῦσε καὶ τὰ ἄρμεγε γιὰ νὰ τρέφεται, μὰ καὶ νὰ φιλοξενεῖ καὶ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια του καὶ νὰ διδαχθοῦν.
Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ ἡ παρουσία τοῦ φλογεροῦ καὶ ἀληθινὰ πιστοῦ ἐφήβου ἔγινε καὶ πάλι γνωστή. Γιὰ δεύτερη φορὰ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ πῆγαν καὶ τὸν ἔπιασαν. Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὰ μαρτύρια ἐπαναλήφθηκαν σκληρότερα κι ἀγριότερα. Μὰ καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ τίποτα δὲν ἔκαμαν. Ὁ μάρτυρας ἔμεινε καὶ τώρα ἄκαμπτος. Καμιὰ δύναμη δὲν στάθηκε ἱκανὴ νὰ τὸν λυγίσει καὶ νὰ τὸν ἀλλάξει. Οὔτε οἱ δελεαστικὲς ὑποσχέσεις, οὔτε καὶ οἱ ἀπειλές, μὰ οὔτε καὶ τὸ ξέσχισμα τοῦ κορμιοῦ, οὔτε καὶ τὸ ἀναμμένο καμίνι. Ὁ νεαρὸς μάρτυρας μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη τὰ ἀντιμετώπισε ὅλα ψάλλοντας μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο τὰ λόγια τῆς παρρησίας καὶ τῆς βαθιᾶς πίστεως: «Τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχώρια ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;». Καὶ τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδινε πάλιν ὁ ἴδιος ἐπαναλαμβάνοντας μὲ ἀπόλυτη πεποίθηση τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια: «Πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τὶς κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν" (Ρωμ. η’ 35 – 39). Καμιὰ δύναμη οὔτε καὶ ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ ἀποσπάσει ἀπὸ σένα, Χριστέ μου. Ναί! Οὔτε καὶ ὁ θάνατος. Καὶ τὸ ἀπέδειξε.

Τὰ βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μὰ ὁ δεκαπεντάχρονος ἔφηβος ἔμεινε ἀλύγιστος. Ταπεινωμένος καὶ ντροπιασμένος ὁ ἀσεβὴς ἡγεμόνας ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀντοχή του, ἔδωσε διαταγὴ νά τὸν θανατώσουν. Καὶ ὁ δήμιος μὲ μία σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τὸν κτύπησε στὴν κοιλιά. Ὁ γενναῖος ἀθλητὴς ἔπεσε κάτω κι ἄφηκε τὴν ἁγνὴ ψυχή του νὰ πετάξει κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ἀγάπησε καὶ πόθησε καὶ λάτρεψε, μὰ καὶ κοντὰ στοὺς μάρτυρες γονεῖς. Σύντομη ὑπῆρξε ἡ ζωή του. Σύντομη ἀλλὰ μεγαλειώδης καὶ παραδειγματική. Νέος ἦταν καὶ αὐτός. Ναί! Νέος, στὴν ἄνοιξη τῆς ζωῆς, μὲ δυσκολίες καὶ προβλήματα καὶ πειρασμούς. Ὅμως δὲν παρασύρθηκε. Δὲν πλανήθηκε. Δὲν λύγισε. Ἔμεινε πιστὸς καὶ ἀκλόνητος στὶς ἀρχές του, μέχρι θανάτου. Γιὰ νὰ διδάσκει. Καὶ νὰ δείχνει τὸν δρόμο σὲ ὅσους νοσταλγοῦν καὶ ποθοῦν καὶ θέλουν νὰ ζήσουν μία ζωὴ ἀνώτερη. Μιὰ ἀληθινὴ ζωή.

Στὴν Κύπρο ὁ Ἅγιος Μάμας εἶναι ἕνας πολὺ σεβαστὸς καὶ δημοφιλὴς ἅγιος. Πολλοὶ ναοὶ καὶ παρεκκλήσια, μὰ καὶ χωριὰ φέρουν τὸ ὄνομά του (σ’ ὅλη τὴν Κύπρο 66 ναοὶ περίπου εἶναι ἀφιερωμένοι στὸν Ἅγιο Μάμα). Ἀλλὰ καὶ πολλὲς κυπριακὲς παραδόσεις κυκλοφοροῦν μεταξὺ τοῦ λαοῦ γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία μορφή του. Μιὰ τέτοια παράδοση ποὺ δημιουργήθηκε, ὅπως φαίνεται, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, δίνει μία πολὺ ὄμορφη ἑρμηνεία τῆς εἰκονογράφησης τοῦ ἁγίου, καβάλα σὲ ἕνα λιοντάρι καὶ μὲ ἕνα ἀρνὶ στὰ χέρια. Σύμφωνα μὲ τὴν σχετικὴ παράδοση ὁ Ἅγιος Μάμας ἦταν ἕνας φτωχὸς ἐρημίτης, ποὺ ζοῦσε σὲ μία σπηλιὰ κοντὰ στὴν κωμόπολη Μόρφου. Μιὰ χρονιὰ οἱ φοροθέτες τὸν ἔβαλαν νὰ πληρώσει βαρὺ κεφαλικὸ φόρο. Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος ἀρνιόταν, κλήθηκε ἀπὸ τὸν διοικητὴ σὲ ἀπολογία. Στὸν δρόμο ποὺ ἐρχόταν μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία τῶν στρατιωτῶν ποὺ τὸν βρῆκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, ἕνα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστὰ τους καὶ ἅρπαξε ἕνα ἀρνί, ποὺ κυνηγοῦσε. Ὁ Ἅγιος ἔκαμε νόημα στὸ θηρίο νὰ σταματήσει, καὶ νὰ ἀφήσει τὸ θῦμά του. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. Σταμάτησε μὲ μιᾶς, καὶ ἄρχισε νὰ κουνάει τὴν οὐρά του, γιὰ νὰ δείξει τὴν ὑποταγή του. Ὁ ἀθλητής, κουρασμένος ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, πῆρε τὸ ἀρνὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ καβαλίκεψε τὸ θηρίο συνέχισε τὸν δρόμο του πρὸς τὸ Διοικητήριο. Ὅταν ὁ Διοικητὴς ἀντίκρυσε τὸ ἀπίθανο αὐτὸ θέαμα, ἔδωκε διαταγὴ νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερο τὸν ἀθλητὴ καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴ φορολογία γιὰ ὅλη του τὴν ζωή. Ὁ Ἅγιος ἄφηκε τὸ ἀρνὶ σὰν δῶρο στὸν Διοικητὴ κι ἔφυγε.
Μιὰ ἄλλη παράδοση ἀναφέρει, πὼς τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ μάρτυρα μεταφέρθηκε στὴν Κύπρο ἀπὸ τὴ Μ. Ἀσία καὶ τάφηκε στὴ Μόρφου. Ἕνας μεγαλοπρεπὴς ναὸς κτίστηκε δίπλα στὴ λάρνακα ποὺ φιλοξένησε τὸ ἅγιο λείψανό του καὶ πολλὰ θαύματα γίνονται κάθε φορὰ σὲ ὅσους μὲ πίστη καταφεύγουν στὴν χάρη του.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ὡς θαυματουργοῦ εἶναι πολὺ πλατιὰ διαδεδομένη στὸ νησί μας. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς (Κύπριος χρονογράφος τοῦ ΙΕ’ αἰῶνος). στὸ χρονικό του λέει γι’ αὐτὸν χαρακτηριστικά: «Ἂν ἤτουν νὰ γράψω ταὶς γιάσεις του ὡς τοῦ νάζουν δὲν ἔφταναν». Κάθε χρόνο στὶς 2 τοῦ Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανῶν τρέχουν νὰ τιμήσουν τὸν μάρτυρα μὲ πανηγυρικὲς λειτουργίες κι ἀγρυπνίες. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως τιμή, ποὺ μποροῦμε ὅλοι νὰ τοῦ προσφέρουμε εἶναι νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά του. Μᾶς φαίνεται δύσκολο; Ναί! Μπορεῖ νὰ εἶναι. Ἐδῶ ὅμως βρίσκεται τὸ ἀληθινὸ μεγαλεῖο.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, Μαρτύρων πέλων, ἠκολούθησας, ἀσχέτῳ πόθῳ, τοῖς ἐνθέοις ἀληθῶς τούτων ἴχνεσι· καὶ τοῦ Σωτῆρος κηρύξας τὸ ὄνομα, ἐθαυμαστώθης σοφὲ δι’ ἀθλήσεως. Μάμα ἔνδοξε, Χριστὸς τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τῇ ῥάβδῳ Ἅγιε, τῇ ἐκ Θεοῦ σοι δοθείσῃ, τὸν λαόν σου ποίμανον, ἐπὶ νομὰς ζωηφόρους, θῆρας δέ, τοὺς ἀοράτους καὶ ἀνημέρους, σύντριψον, ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν σὲ ὑμνούντων· ὅτι πάντες οἱ ἐν κινδύνοις, προστάτην Μάμα, θερμόν σε κέκτηνται.

Μεγαλυνάριον.
Τέθηλας ἐκ ῥίζης θεοφιλοῦς, καὶ τῆς ἀληθείας, ἐγεώργησας τοὺς καρπούς· σὺ διὰ πυρὸς γάρ, καὶ ὕδατος διῆλθες, ἐκλάμπων ἐν τοῖς ἄθλοις, Μάμα τοῖς θαύμασι.
Continue Reading…

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Οἱ Ἁγίες 40 οἱ Παρθενομάρτυρες


Ὁ Ἀμμοῦν ἢ Ἄμμων ἦταν Διάκονος στὴν Ἀδριανούπολη τῆς Θρᾴκης καὶ διδάσκαλος 40 ἀσκητριῶν παρθένων. Αὐτὸν λοιπόν, ὁ ἡγεμόνας τῆς Ἀδριανούπολης Βᾶβδος, ἐπειδὴ δὲν δεχόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, παρέπεμψε μαζὶ μὲ τὶς 40 μαθήτριές του στὸν Λικίνιο τὸν ἄρχοντα τῆς Θρᾴκης. Αὐτός, ἀφοῦ τὶς βασάνισε σκληρά, τὶς μὲν πρῶτες δέκα ἔκαψε ζωντανές, τὶς δὲ ἑπόμενες ὀκτὼ ἀποκεφάλισε, τὶς ἑπόμενες δέκα σκότωσε μὲ ξίφος, ἀφοῦ τὶς χτύπησε στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιὰ καὶ τὶς ὑπόλοιπες δώδεκα θανάτωσε μὲ μαχαίρια καὶ πυρακτωμένα σίδερα στὸ στόμα. Τὸν δὲ Ἀμμοῦν θανάτωσε, ἀφοῦ τοῦ ἔβαλε πυρακτωμένη καλύπτρα στὸ κεφάλι (ἄλλοι ἀναφέρουν ὅτι, κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισε). Ὅσον ἄφορα δὲ τὰ ὀνόματα τῶν 40 Ἁγίων Παρθένων, τὰ παραθέτουμε μὲ ἐπιφύλαξη, διότι ὁρισμένα ἀπ' αὐτὰ π.χ. Χάϊδω, Λάμπρω κ.λ.π. ἀνήκουν σὲ ὀνομασίες μεταγενεστέρων αἰώνων (16ου – 18ου) καὶ ὄχι σ’ αὐτὲς τῶν πρώτων αἰώνων μ.Χ. ποὺ μαρτύρησαν οἱ Ἁγίες.
Continue Reading…

Popular Posts

Από το Blogger.
Copyright © Πνευματική Τροφή | Powered by Blogger
Design by Saeed Salam | Blogger Theme by NewBloggerThemes.com